Κόρινθος


Κόρινθος
Πόλη (υψόμ. 10 μ., 29.787 κάτ.) και πρωτεύουσα του νομού Κορινθίας. Βρίσκεται στον μυχό του Κορινθιακού κόλπου, στην εθνική οδό Αθηνών-Πατρών, σε απόσταση 84 χλμ. από την Αθήνα. Αποτελεί έδρα του δήμου Κορινθίων. Ιδρύθηκε το 1858, όταν καταστράφηκε ολοκληρωτικά από σεισμό και εγκαταλείφθηκε η Παλαιά Κ. Το 1928 καταστράφηκε και αυτή από σεισμό και ξαναχτίστηκε από την αρχή με τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης πόλης. Αποτελεί κέντρο μιας περιοχής με ανεπτυγμένη γεωργική οικονομία, μεγάλη τουριστική ανάπτυξη και βιομηχανικές μονάδες. Μυθολογία-προϊστορία. Από τις αρχαιότερες και πιο σημαντικές πόλεις της Πελοποννήσου, η Κ. οφείλει την ίδρυση και την ανάπτυξή της στη στρατηγική θέση της κοντά στον Ισθμό, στη στενή λωρίδα γης μήκους 6 χλμ. που συνδέει τη Στερεά με την Πελοπόννησο, απ’ όπου έπρεπε να περάσουν υποχρεωτικά όσοι ταξίδευαν από την κεντρική στη νότια Ελλάδα, είτε ήταν έμποροι είτε κατακτητές. Η ίδια αυτή λωρίδα γης πολύ σύντομα ένωσε και τις δύο θάλασσες, ανάμεσα στις οποίες εκτείνεται η κορινθιακή γη, δηλαδή τον Κορινθιακό –και κατ’ επέκταση το Ιόνιο και την Αδριατική– με τον Σαρωνικό και το Αιγαίο. Η περιοχή της Κ. ήταν το σταυροδρόμι της χερσαίας επικοινωνίας. Από εκεί ξεκινούσαν δρόμοι προς την ανατολική και τη δυτική Στερεά, προς την Αχαΐα και την Αρκαδία, προς την Αργολίδα και τη Λακωνική, ενώ πυκνό δίκτυο ένωνε τις πόλεις της Κορινθίας μεταξύ τους και την ίδια την Κ. με τα επίνειά της, το Λέχαιο, 2 χλμ. Β, και τις Κεγχρεές, 10 χλμ. Α. Ήδη από την αρχαιότητα, οι ναυτικοί, που είχαν να αντιμετωπίσουν τον περίπλου της Πελοποννήσου και τον Μαλέα, προτιμούσαν την ασφάλεια των ακτών της Κ. Αφού προσορμίζονταν σε μία από αυτές, την ανατολική ή τη δυτική, μετέφεραν τα εμπορεύματα και το φορτίο στην απέναντι πλευρά μέσω ξηράς και συνέχιζαν γρήγορα και με ασφάλεια το ταξίδι τους με άλλα πλοία. Αργότερα δημιουργήθηκε μια ειδική οδός –η λεγόμενη δίολκος– για τη μεταφορά και των ίδιων των πλοίων από τη μία πλευρά στην άλλη. Με τη σωστή εκμετάλλευση της στρατηγικής της θέσης, της εύφορης περιοχής της και του εύπλαστου κορινθιακού πηλού, ο Κ. εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις, όχι μόνο στον ελληνικό χώρο αλλά και σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας, σύμφωνα με μια κορινθιακή παράδοση, επώνυμος ήρωας της Κ. ήταν ο Κόρινθος. Όμως, σύμφωνα με άλλη παράδοση, η πόλη ιδρύθηκε από την κόρη του Ωκεανού, Εφύρα ή Έφυρα. Από αυτήν η Κ. ονομάστηκε αρχικά Εφύρα ή Έφυρα και η Κορινθία Εφυραία. Σύντομα, η περιοχή μοιράστηκε στα δύο παιδιά της Έφυρας από τον Ήλιο, τον Αλωέα και τον Αιήτη. Αργότερα, ο Αιήτης, φεύγοντας για την Κολχίδα, παρέδωσε την εξουσία του στον γιο του Ερμή, Βούνο, ο οποίος άφησε με τη σειρά του διάδοχό του τον ανιψιό του Αιήτη, Επωπέα. Όταν πέθανε και αυτός, η γη της Κορινθίας μοιράστηκε στα δύο εγγόνια του, τον Σικυώνα και τον Κόρινθο, παιδιά του Μαραθώνα, ο οποίος, εξαιτίας της σκληρότητας του πατέρα του, είχε εγκαταλείψει την πατρίδα του για να εγκατασταθεί στην Αττική. Όταν πέθανε και ο Κόρινθος, χωρίς vα αφήσει απογόνους, οι Κορίνθιοι κάλεσαν από την Ιωλκό την κόρη του Αιήτη, Μήδεια, με τον άντρα της, Ιάσονα. Η Μήδεια, μετά τις τραγικές περιπέτειές της, εγκατέλειψε τον θρόνο στον γιο του Αιόλου, Σίσυφο, εγγονός του οποίου ήταν ο Βελλεροφόντης, αγαπητός ήρωας της Κορινθίας. Η πλούσια γενεαλογική παράδοση της Κ. καταδεικνύει όχι μόνο την τάση των πλουσίων Κορινθίων της μεταγενέστερης εποχής να αποκτήσουν τίτλους ευγενούς καταγωγής ανάλογους προς τις παλιές πόλεις της Αργολίδας αλλά και ότι πραγματικά στα προϊστορικά χρόνια η Κορινθία υπήρξε σπουδαία και αξιόλογη περιοχή, ιδιαίτερα κατά τη μυκηναϊκή περίοδο, γεγονός που επιβεβαιώνουν και τα πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα. Ολόκληρη η περιοχή ήταν κατοικημένη από τους νεολιθικούς χρόνους. Σημαντικοί προϊστορικοί συνοικισμοί έχουν αποκαλυφθεί και, κατά ένα μέρος, ανασκαφεί στον ίδιο τον χώρο που καταλάμβανε αργότερα η αρχαία Κ. και σε μια σειρά τοποθεσιών από τον Κορινθιακό έως τον Σαρωνικό. Αξιόλογοι παράλιοι συνοικισμοί, στον μυχό του Κορινθιακού, βρίσκονταν στις θέσεις Άγιος Γεράσιμος του Λεχαίου και Κοράκου, κοντά στο μεταγενέστερο λιμάνι του Λεχαίου, ενώ στο εσωτερικό είναι γνωστοί οι συνοικισμοί στην Αετόπετρα, στον Χελιωτόμυλο, στην Αραπίτσα, στη Γωνιά, στη Γύριτσα και στα Περδικάρια, έως ψηλά, στις Ζυγουριές. Βέβαια, οι συνοικισμοί αυτοί δεν δημιουργήθηκαν κατά την ίδια ακριβώς χρονική περίοδο. Όλοι μαζί, όμως, προσφέρουν μια καθαρή εικόνα της κατάστασης της περιοχής καθώς και των ασχολιών των κατοίκων της, από τους νεολιθικούς χρόνους μέχρι το τέλος της εποχής του χαλκού. Από τα ευρήματα διαφαίνεται ότι η επικοινωνία με τη Δύση και την Ανατολή ήταν τόσο μεγάλη όσο και στους ιστορικούς χρόνους· το ίδιο στενή ήταν η σχέση με τη Στερεά και την υπόλοιπη Πελοπόννησο. Τα έργα μικροτεχνίας, εξάλλου, και η εντόπια κεραμική παρουσίαζαν ήδη την ιδιαίτερη λεπτότητα και χάρη που χαρακτήρισε σε όλες τις εποχές τα κορινθιακά τεχνουργήματα. Χαρακτηριστικές στους μυκηναϊκούς χρόνους είναι οι κομψές κύλικες και τα λεπτά αγγεία με τον ανοιχτόχρωμο κορινθιακό πηλό, τα γνωστά ως εφυραϊκά, όπως ονομάστηκαν από την προϊστορική ονομασία της Κ. Ο απόηχος της κορινθιακής ακμής, στην εποχή του πολυμήχανου Σίσυφου και των απογόνων του, πέρασε από την παράδοση στα ομηρικά έπη, όπου η πόλη αναφέρεται άλλοτε ως Κ. και άλλοτε ως Έφυρα, με το χαρακτηριστικό επίθετο που μαρτυρεί ευφορία και πλούτο (αφνειός). Σε αυτή την πλούσια και εύφορη περιοχή, οχυρωμένοι πίσω από το ψηλό κυκλώπειο τείχος που χτίστηκε κατά μήκος του Ισθμού, του οποίου τα λείψανα σε αρκετό μήκος έχουν αποκαλυφθεί ή εντοπιστεί στην περιοχή της Ισθμίας, αγωνίστηκαν μάταια οι Πελοποννήσιοι να κρατήσουν τους Δωριείς έξω από τα σύνορα της γης τους. Η νίκη των Δωριέων είχε ως συνέπεια την κατάλυση της δυναστείας των Σισυφιδών, χωρίς όμως να εξαφανίσει, όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, τα εγχώρια στοιχεία, που ενώθηκαν με τα νέα για να συνεχίσουν τις παραδοσιακές ασχολίες στο εμπόριο, στις τέχνες και κυρίως στη θάλασσα. Έτσι, πολύ γρήγορα οι Κορίνθιοι επανέλαβαν, υπό τους νέους ηγεμόνες, με πρώτο βασιλιά τον Αλήτη, την παλιά τους δραστηριότητα στις τέχνες, στο εμπόριο και στη ναυτιλία. Ιστορία. Οι ολιγαρχικές τάσεις που εκδηλώθηκαν σε πολλά μέρη της Ελλάδας δεν έλειψαν και από την Κ., όπου το ίδιο βασιλικό γένος των Βακχιδών ανέλαβε την ηγεμονία και εγκατέστησε, από το 747 π.Χ., ολιγαρχικό πολίτευμα, με πρυτάνεις ετήσιας θητείας. Ήδη, από την εποχή αυτή η Κ. ήταν η πλουσιότερη πόλη στην κυρίως Ελλάδα. Ισχυρή ναυτική δύναμη, διατηρούσε τον ουσιαστικό έλεγχο της ανατολικής και κεντρικής Μεσογείου, ενώ για πρώτη φορά εμφανίστηκαν οι κορινθιακές τριήρεις, οι οποίες διέσχιζαν, σχεδόν χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο από την κυρίως Ελλάδα, τις γνωστές θάλασσες της περιόδου εκείνης. Τα κορινθιακά πλοία, εκτός από τα προϊόντα της πατρίδας τους, μετέφεραν σε νέες χώρες τους αποίκους από τη μητρόπολη για να ιδρύσουν αποικίες. Έτσι, περίπου το 734 π.Χ., οι Κορίνθιοι, με αρχηγό τον Αρχία, ίδρυσαν την αποικία των Συρακουσών και, τον ίδιο χρόνο, της Κέρκυρας. Αποικία των Κορινθίων στη Χαλκιδική ήταν η Ποτίδαια. Οι νέες αυτές πόλεις σύντομα απέκτησαν τέτοια ισχύ ώστε ανταγωνίζονταν τη μητρόπολη. Η Κ. διατήρησε την πλήρη ασυναγώνιστη κυριαρχία στη θάλασσα και στο εμπόριο μέχρι τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. Από τότε, περίοδος κατά την οποία άρχισε η άνοδος του δωρικού Άργους, έως τα μέσα του 6ου αι. π.Χ., οπότε έγινε υπολογίσιμη η δύναμη των Αθηνών, η Κ. είχε να αντιμετωπίσει στο εμπόριο και στη ναυτιλία και τις ίδιες της τις αποικίες και μάλιστα την πλέον κοντινή, την Κέρκυρα. Στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. η κρατούσα τάξη είχε φθαρεί και απέμενε να βρεθεί ο κατάλληλος ηγέτης για την ανατροπή της. Το 657 π.Χ. ο Κύψελος, καταγόμενος από το γένος των Βακχιδών (από τη μητέρα του Λάβδα), έγινε αρχηγός του λαού, ανέτρεψε το καθεστώς και εγκατέστησε τυραννία. Λίγο μετά την άνοδό του στην εξουσία ο Κύψελος κατέστειλε την επανάσταση της Κέρκυρας και ίδρυσε σειρά νέων αποικιών, οι οποίες, προκειμένου να παραμείνουν σε εξάρτηση από τη μητρόπολη, αποικίστηκαν την ίδια περίοδο. Ανάμεσα σε αυτές ήταν η Λευκάδα, που διαχωρίστηκε από την Ακαρνανία, το Ανακτόριον και η Αμβρακία στον Αμβρακικό κόλπο, η Απολλωνία στην Ήπειρο και η Επίδαμνος, με αποίκους από την Κέρκυρα. Ο γιος και διάδοχος του Κυψέλου, Περίανδρος (627-583), υπήρξε ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Η περίοδος των Κυψελιδών, που έκλεισε με το τέλος της τυραννίας του ανιψιού του Περίανδρου, Ψαμμήτιχου, το 580 π.Χ., υπήρξε ο χρυσός αιώνας της Κ. Οι Κυψελίδες έστρεψαν την πολιτική τους στη σύναψη φιλικών δεσμών με τη Μικρά Ασία, την Ανατολή και την Αίγυπτο. Φιλικά διακείμενοι προς τον τύραννο της Μιλήτου, Θρασύβουλο, συνδέθηκαν μαζί του με συμμαχία, ενώ οι δεσμοί τους προς τους φαραώ της Αιγύπτου, Νεχώ και Ψαμμήτιχο B’, ήταν τόσο στενοί ώστε ο ανιψιός του Περίανδρου και διάδοχός του έφερε το αιγυπτιακό όνομα του Ψαμμήτιχου. Υπό την επίδραση των Αιγυπτίων, φαίνεται ότι ο Περίανδρος συνέλαβε πρώτος την ιδέα να διανοίξει τη διώρυγα, όπως έκανε στη Λευκάδα. Στα χρόνια αυτά η Κ. ήταν μία από τις πλουσιότερες πόλεις του κόσμου. Η χλιδή και η πολυτέλειά της έμειναν παροιμιώδεις. Είναι γνωστή η μεταγενέστερη έκφραση «ου παντός ανδρός ο πλους εις Κόρινθον», που μαρτυρεί ακριβώς πόσο πολυδάπανη ήταν η ζωή εκεί. Το πλήθος των πλούσιων εμπόρων της πόλης προκάλεσε τη συρροή εκατοντάδων εταίρων, διάσημων για τον πλούτο και το κάλλος τους. Σε αυτή την πόλη της τρυφηλότητας ο Περίανδρος προσπάθησε να επιβάλει αυστηρούς νόμους, για να μειώσει την υπερβολική πολυτέλεια και τη διαφθορά και να εμποδίσει την αστυφιλία και τη δημιουργία μεγάλου αριθμού δούλων. Προστάτες των τεχνών και των γραμμάτων, οι Κυψελίδες, και κυρίως ο Περίανδρος, άφησαν τη σφραγίδα της προσωπικότητάς τους σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου. Ανάθημα των Κυψελιδών ήταν ο θησαυρός των Κορινθίων στους Δελφούς, ενώ στην Ολυμπία σωζόταν, έως τα χρόνια του Παυσανία (2ος αι. μ.Χ.), στο ιερό της Ήρας, η λάρνακα του Κυψέλου, στην οποία, κατά την παράδοση, τον είχε κρύψει η μητέρα του όταν ήταν βρέφος για να μην τον δολοφονήσουν οι Βακχίδες. Στην Κ. αναπτύχθηκε την εποχή εκείνη ο διθύραμβος, ενώ με τη διευθέτηση της κεραμικής στέγης των ναών δημιουργήθηκε στην αρχιτεκτονική, σύμφωνα με την παράδοση, για πρώτη φορά ο αετωματικός χώρος, ο αετός, στις δύο προσόψεις του ναού. Στην κεραμική, προείχε πλέον η μαζική παραγωγή για το εξαγωγικό εμπόριο, με ανάλογες φυσικά επιπτώσεις στην ποιότητα. Το τέλος της τυραννίας των Κυψελιδών ήρθε λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Περιάνδρου, αφού τον είχε διαδεχθεί ο ανιψιός του, Ψαμμήτιχος. Το νέο πολίτευμα ήταν αριστοκρατικό. Την εποχή αυτή η Κέρκυρα αποκήρυξε την επικυριαρχία της μητρόπολης και η Αμβρακία απέκτησε δημοκρατικό πολίτευμα. Λίγο αργότερα η ήττα του Άργους στον Τεγεατικό πόλεμο έδωσε στη Σπάρτη τα πρωτεία σε σχέση με όλες τις άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Στην Πελοποννησιακή συμμαχία που επακολούθησε, οι Κορίνθιοι προσχώρησαν χωρίς καμία αντίρρηση, ωθούμενοι από τις διαφορές και το μίσος τους προς τους Αργείους και προς την αντίπαλη ναυτική δύναμη, την Αίγινα. Το νέο καθεστώς είχε δημιουργηθεί με τη βοήθεια των Σπαρτιατών, τους οποίους όμως οι Κορίνθιοι αρνήθηκαν να βοηθήσουν, όταν αυτοί αγωνίστηκαν υπό τον Κλεομένη εναντίον του Ιππία. Οι Κορίνθιοι αποχώρησαν επίσης από τη δύναμη του Δημάρατου και του Κλεομένη, όταν οι Πελοποννήσιοι εισέβαλαν στην Αττική εναντίον των Αθηνών. Έμποροι κυρίως, οι Κορίνθιοι ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για τα πολεμικά πράγματα και η στάση τους αντικατόπτριζε κάθε φορά τα εμπορικά συμφέροντα της πόλης. Κυριότερος αντίπαλος των Κορινθίων εμπόρων, την εποχή εκείνη, ήταν η ναυτική δύναμη της εχθρικής προς την Αθήνα Αίγινας. Γι’ αυτό τον λόγο, το 487 π.Χ. ενίσχυσαν με είκοσι πλοία τον αθηναϊκό στόλο εναντίον των Αιγινητών και των συμμάχων τους, Αργείων. Με τον τρόπο αυτό συνέβαλαν στην τελική συντριβή της ναυτικής δύναμης της Αίγινας, μετά την οποία η Αθήνα έγινε πρώτη ναυτική δύναμη της Ελλάδας και θαλασσοκράτειρα μετά τους Περσικούς πολέμους. Έτσι, οι Κορίνθιοι απαλλάχθηκαν από έναν υπολογίσιμο αντίπαλο, την Αίγινα, αλλά απέκτησαν τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή στις θαλάσσιες δραστηριότητές τους, την Αθήνα. Στους Περσικούς πολέμους οι Κορίνθιοι ήταν ισάξιοι με τους άλλους Έλληνες ως προς την ανδρεία και τη φιλοπατρία: πολέμησαν στις Θερμοπύλες, στο πλευρό των Πελοποννησίων, στη Σαλαμίνα, στις Πλαταιές και στη Μυκάλη. Αμέσως μετά τα Περσικά, οι Κορίνθιοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με την Αθήνα. Το 458-457 π.Χ. ηττήθηκαν στη Μεγαρίδα. Λίγο αργότερα, στον αγώνα των Κορινθίων κατά της παλαιάς τους αποικίας, της Κέρκυρας, παρενέβησαν ύστερα από πολλούς ενδοιασμούς οι Αθηναίοι υπέρ των Κερκυραίων και τους έσωσαν, το 433 π.Χ. Αυτό ήταν και το προανάκρουσμα του Πελοποννησιακού πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου οι Κορίνθιοι πολέμησαν με φοβερό μίσος εναντίον των Αθηνών, αρνήθηκαν να υπογράψουν την ειρήνη του Νικία και έσπευσαν από τους πρώτους στην κατεδάφιση των αθηναϊκών τειχών. Με την ανακατανομή των δυνάμεων που έγινε στις αρχές του 4ου αι. π.Χ., η Κ. βρέθηκε στο πλευρό παλαιών και πρόσφατων εχθρών της στον αγώνα εναντίον της Σπάρτης. Ο λεγόμενος Κορινθιακός ή Βοιωτικός πόλεμος ξεκίνησε με την ήττα των ενωμένων δυνάμεων της K., των Αθηνών, του Άργους και της νέας δύναμης των Βοιωτών, έξω από την K., από τους Σπαρτιάτες, με συμμάχους από την Ήλιδα, τη Σικυώνα, την Τεγέα και την Επίδαυρο. Στην προσπάθεια να αποσοβήσουν τον σπαρτιατικό κίνδυνο, οι πολιτικοί ηγέτες του Άργους και της Κ. ανακήρυξαν την πολιτική ένωση των δύο πόλεων το 392 π.Χ., χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στα πραγματικά αισθήματα των πολιτών τους. Γι’ αυτό, άλλωστε, με τη βοήθεια των λακωνιζόντων Κορινθίων, ο Πραξίτας, αρχηγός των δυνάμεων στη Σικυώνα, κατέλαβε την πόλη του Λεχαίου χωρίς το λιμάνι και γκρέμισε τμήμα των μακρών τειχών. Τον επόμενο χρόνο (391 π.Χ.) ο Αγησίλαος συνέχισε την καταστροφή των τειχών και κατέλαβε το σπουδαίο λιμάνι του Λεχαίου. Το 390 οι Σπαρτιάτες, κατευθυνόμενοι προς τη Βοιωτία, κατέλαβαν και την περιοχή γύρω από τον Ισθμό. Η απρόσμενη νίκη του Ιφικράτη, επικεφαλής των κορινθιακών δυνάμεων εναντίον μιας μικρής ομάδας Λακεδαιμονίων οι οποίοι συνόδευαν μικρό αριθμό Aμυκλαίων που επέστρεφαν στην πατρίδα τους για να γιορτάσουν τα Υακίνθια, άλλαξε την πορεία του πολέμου και έσωσε την Κορινθία. Το 386 π.Χ., ο Κορινθιακός πόλεμος έληξε με την ειρήνη του Βασιλέως, τη λεγόμενη Ανταλκίδειο, αφήνοντας εξασθενημένες και χωρίς ουσιαστικό όφελος όλες τις πόλεις που έλαβαν μέρος. Οπωσδήποτε, η Κ. είχε πάψει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα ελληνικά πράγματα, όπως στο παρελθόν. Όταν μάλιστα η ηγεμονία των Θηβών στράφηκε προς την Πελοπόννησο, αβοήθητη ανάμεσα στους Θηβαίους και στους Αργείους, η Κ. αναγκάστηκε να υπογράψει ειρήνη με τους Θηβαίους το 366-365 π.Χ. Ήδη όμως, όχι μόνο η Κ. αλλά και ολόκληρη η Πελοπόννησος είχε περιέλθει σε δεύτερη μοίρα στα κοινά της Ελλάδας. Η ηγεμονία της Ελλάδας από την Θήβα περιήλθε βορειότερα, στη Μακεδονία. Αμέσως μετά τη μάχη της Χαιρώνειας ο Φίλιππος της Μακεδονίας επέλεξε την Κ. για να συγκαλέσει το Συνέδριο των Ελλήνων, όπου διακήρυξε τη θέλησή του να στραφεί εναντίον των Περσών για να τους τιμωρήσει και να ελευθερώσει τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Περίπου για εκατό χρόνια η Κ. παρέμεινε υπό την εξουσία των Μακεδόνων, με μια σκιώδη όμως εξάρτηση, όπως άλλωστε και οι άλλες εξαρτημένες πόλεις, αφορολόγητη και αφρούρητη. Φαίνεται ότι σε αυτά τα εκατό χρόνια οι Κορίνθιοι κατόρθωσαν να ασχοληθούν και πάλι απερίσπαστοι, κατά το δυνατόν, με τα αγαπημένα τους ναυτικά έργα, καθώς επίσης με το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Το 244 π.Χ. κατέλαβε την πόλη ο Άρατος και η Κ. προσχώρησε στην Αχαϊκή συμπολιτεία. Είκοσι χρόνια αργότερα, μετά την αποστασία της από την Αχαΐα και τη στροφή της προς τη Σπάρτη του Κλεομένη, την κατέλαβε ο Αντίγονος ο Δώσων και, το 196 π.Χ., ο Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος. Τότε έγινε πάλι μέλος και έδρα της Αχαϊκής συμπολιτείας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αχαϊκής συμπολιτείας εναντίον των Ρωμαίων, μετά την ήττα του στρατηγού Δίαιου στη Λευκόπετρα κοντά στον Ισθμό, κατέλαβαν την Κ. (146 π.Χ.) τα στρατεύματα του Μομμίου και, κυριολεκτικά, την κατέσκαψαν. Οι άνδρες σφαγιάστηκαν, τα γυναικόπαιδα πουλήθηκαν ως δούλοι, οι θησαυροί μεταφέρθηκαν στη Ρώμη για να κοσμήσουν τον θρίαμβο του Μομμίου, ενώ η φωτιά ολοκλήρωσε το έργο της καταστροφής. Η περιοχή παρέμεινε ερημωμένη και ακατοίκητη από το 146 π.Χ. έως το 44 π.Χ., οπότε ο Ιούλιος Καίσαρ έχτισε νέα πόλη επάνω στα ερείπια της παλιάς (η νέα αυτή Κ. ονομάστηκε Colonia Julia Corinthiensis), η οποία αποικίστηκε από απελεύθερους Ρωμαίους. Η Κ. έγινε πάλι έδρα του Ρωμαίου ανθύπατου της Αχαΐας και σύντομα αναπτύχθηκε, χάρη στη στρατηγική της θέση. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες την ευνόησαν ιδιαίτερα. Ο Νέρων κήρυξε εκεί, το 67 μ.Χ., την ελευθερία των ελληνικών πόλεων, συμμετείχε σε ειδικά Ίσθμια που τελέστηκαν προς τιμήν του και άρχισε την τομή της διώρυγας, η οποία σταμάτησε όμως αμέσως μετά τον θάνατό του. Η καταστροφή της πόλης ήρθε μαζί με την πτώση του ρωμαϊκού κράτους, από τις αλλεπάλληλες επιδρομές των Γότθων και των Ερούλων. Η Κ. διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση του χριστιανισμού στην Ελλάδα. Τον 1ο και 2ο αι. μ.Χ. η νέα θρησκεία είχε διαδοθεί στην πλούσια πολιτεία, στο βήμα της οποίας είχε σταθεί ο Απόστολος Παύλος. Όπως φαίνεται από τις προς Κορινθίους επιστολές του Αποστόλου Παύλου αλλά και από τις πλούσιες παλαιοχριστιανικές βασιλικές που έχουν βρεθεί στην περιοχή, η Κ. υπήρξε από τα σπουδαιότερα χριστιανικά κέντρα της παλαιοχριστιανικής εποχής. Στους χρόνους του Ιουστινιανού, προκειμένου να αναχαιτιστούν οι αλλεπάλληλες επιδρομές των βαρβάρων, χτίστηκε κατά μήκος του Ισθμού το μεγάλο Ιουστινιάνειο τείχος, το Εξαμίλιον, περίπου στην ίδια τοποθεσία όπου χίλια χρόνια νωρίτερα είχε χτιστεί το μυκηναϊκό τείχος για να ανακόψει την πορεία των Δωριέων. Το τείχος αυτό υποστήριξε για πολλά χρόνια την άμυνα της Πελοποννήσου και είναι ακόμα ορατό ως ανάχωμα, στα σημεία όπου δεν έχει ανασκαφεί κατά μήκος της πελοποννησιακής πλευράς της διώρυγας. Για την ανέγερσή του χρησιμοποιήθηκε άφθονο αρχαίο υλικό από την Ισθμία. Εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο, από τα σπουδαιότερα κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η Κ. αρχικά ήταν η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου και αργότερα της Ελλάδας και έδρα του στρατηγού του αντίστοιχου βυζαντινού θέματος. Φοβερή υπήρξε η καταστροφή της Κ. στα μέσα του 12ου αι. από τους Νορμανδούς, οι οποίοι κατέλαβαν τον Ακροκόρινθο και άρπαξαν τους θησαυρούς της πόλης. Στον Ακροκόρινθο έδωσε απεγνωσμένη μάχη ο Λέων Σγουρός για να συγκρατήσει τους ενωμένους Φράγκους που τον πολιορκούσαν, ενώ από τις επάλξεις του ισχυρού κάστρου πήδησε έφιππος στο κενό για να μην παραδοθεί, το 1208. Από τον δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ, στον οποίο είχε περιέλθει μετά τον θάνατο του Σγουρού, η Κ. περιήλθε, όπως και το Άργος, στην κατοχή των Φράγκων. Στα χρόνια που ακολούθησαν η τύχη της Κ. ήταν όμοια με αυτές των άλλων πόλεων, τις οποίες την εποχή αυτή πωλούσαν, κληροδοτούσαν, χάριζαν, παραχωρούσαν ή παρέδιδαν ερήμην των κατοίκων τους. Έτσι, και η Κ. άλλαξε διαδοχικά πολλούς κυρίαρχους. Έως το 1358 παρέμενε υπό την εξουσία των Φράγκων, οι οποίοι την παραχώρησαν στον Φλωρεντινό άρχοντα Νικόλαο Ατσαγιόλι. Αυτός την κληροδότησε στον γιο του, Νέριο, ο γαμπρός του οποίου, Κ. Τόκκος, την παραχώρησε, το 1395, στον σύγγαμπρό του Θ. Παλαιολόγο και εκείνος την πώλησε στους Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου. Όμως, αναγκάστηκε να την πάρει πίσω το 1408, εξαιτίας της αντίδρασης του πληθυσμού. Η παλαιά κραταιά πόλη είχε μετατραπεί σε απεμπολούμενο τιμάριο. Το 1458 ο Ακροκόρινθος έπεσε στα χέρια των Τούρκων, ύστερα από σκληρή πολιορκία του Μωάμεθ και του Μαχμούτ πασά. Έτσι, άρχισε για την Κ. η πρώτη τουρκοκρατία, η οποία διακόπηκε για λίγο από τη σύντομη ενετοκρατία (1699-1715) που ακολούθησε την εκστρατεία του Μοροζίνι. Η δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1822) ήταν επαχθέστερη και βιαιότερη για την K., όπως άλλωστε και για τις άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης, η πόλη ελευθερώθηκε και για ελάχιστο διάστημα χρημάτισε έδρα της ελληνικής κυβέρνησης. Όμως, μετά την Εθνοσυνέλευση των Καλτετζών, κατελήφθη πάλι από τον Δράμαλη, από τον οποίο απευλευθερώθηκε οριστικά μετά την καταστροφή της στρατιάς του στα Δερβενάκια. Η στρατηγική της θέση έδωσε στην Κ. τη δυνατότητα να αντιπαραταχθεί στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, όταν κρινόταν η θέση της νέας πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους. Η πλήρης καταστροφή της από τον σεισμό του 1858 οδήγησε τελικά στην εγκατάλειψή της και στην ίδρυση της νέας Κ. Στη θέση της αρχαίας έμεινε ο οικισμός Αρχαία Κ. (Παλαιά Κ. μέχρι το 1951), όπου βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος. Αρχαιολογία-μνημεία. Η ακρόπολη της Κ., ο Ακροκόρινθος (ύψος 575 μ.), δεσπόζει στην περιοχή και προσδίδει με την κωνική κατανομή του ιδιαίτερο χαρακτήρα στο τοπίο. Στα Ν της κύριας κορυφής υπάρχει πρόβουνος, που καταλήγει σε απόκρημνη κορυφή, γνωστή με την ονομασία Πεντεσκούφι. Το μαγευτικό θέαμα που αντικρίζει ο επισκέπτης από τον Ακροκόρινθο περιγράφεται από τον Στράβωνα: ο Κορινθιακός κόλπος στα Δ, ο Ελικώνας και ο Παρνασσός στα Β, οι Κλεωνές με τα αργολικά βουνά στο βάθος στα Ν και δίπλα οι βουνοκορφές της Κορινθίας με τον υψηλό όγκο της Ζήριας στο κέντρο· τέλος, στα Α, ο Σαρωνικός με τα νησιά του και στο βάθος η Αττική με τον Λυκαβηττό και την Ακρόπολη. Από τον Ακροκόρινθο, πραγματικά η θαλασσοκράτειρα Κ. μπορούσε να ελέγχει απόλυτα τις χερσαίες και θαλάσσιες κινήσεις. Στον Ακροκόρινθο, που επιστέφεται με αλλεπάλληλα οχυρωματικά έργα, είναι ζωντανή η μακραίωνη ιστορία της Κ. Τα επιβλητικά μεσαιωνικά τείχη, το μήκος των οποίων ξεπερνά τα 2 χλμ., έχουν κατασκευαστεί από τους Βυζαντινούς, τους Φράγκους, τους Ενετούς και τους Τούρκους και επικάθονται, σε πολλά σημεία, στο ίδιο το αρχαίο τείχος. Μετά την κύρια είσοδο, που περιβάλλεται από τριπλό προτείχισμα, βρίσκονται, στο εσωτερικό των τειχών, λείψανα από τον μεσαιωνικό οικισμό (που είχαν δημιουργήσει οι κάτοικοι της Κ., όταν κατέφυγαν εκεί κατά τον 15o αι., για να σωθούν από τους επιδρομείς), ερείπια από χριστιανικούς ναούς, τουρκικά τζαμιά και ενετικά κτίρια. Παρ’ όλα αυτά, ο Ακροκόρινθος δεν παύει να είναι το βουνό που επιδικάστηκε, κατά την παράδοση, από τον Βριάρεω στον Ήλιο, όταν φιλονίκησε για την κορινθιακή γη με τον Ποσειδώνα, ο οποίος τελικά κράτησε τον Ισθμό. Επάνω στον Ακροκόρινθο λατρευόταν η Ανατολική Αφροδίτη ως Αφροδίτη οπλισμένη ή ενόπλιος, προστάτιδα των περίπου χιλίων εταίρων που ήταν αφιερωμένες στη λατρεία της και ασκούσαν το επάγγελμά τους υπό την ιερή προστασία της. Στο βορειοδυτικό άκρο του περιβόλου των τειχών έχουν αποκαλυφθεί λείψανα του μικρού ναού της Αφροδίτης. Στο νότιο τμήμα βρίσκεται η υπόγεια δεξαμενή, που ταυτίζεται με την άνω Πειρήνη, όπου κατά την παράδοση ο ήρωας της Κ., Βελλεροφόντης, συνέλαβε τον Πήγασο. Η δεξαμενή αυτή τροφοδοτούσε και την ομώνυμη πηγή της αγοράς στην κάτω πόλη. Η πόλη της Κ. εκτεινόταν κάτω από τη βόρεια πλαγιά του Ακροκορίνθου, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα η Αρχαία Κ. Η έκταση της αρχαίας πόλης δεν ήταν η ίδια σε όλες τις εποχές, υπήρξε όμως περίοδος κατά την οποία οι κάτοικοί της έφταναν τις 40.000, ενώ το συνολικό μήκος των τειχών της έφτανε τα 20 χλμ. Οι ανασκαφές, που άρχισαν στα τέλη του 19ου αι. (1886 Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, 1896 και 1902 Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία, 1896 Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών και, σε ειδικές περιπτώσεις, Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία), έχουν αποκαλύψει ελάχιστα μόνο λείψανα της Κ., πριν από το 44 π.Χ. Εξάλλου, τα οικοδομικά λείψανα της εποχής των Κυψελιδών και των Βακχιδών λείπουν τελείως. Για τον λόγο αυτό, τα στοιχεία για την εποχή αυτή από αρχαιολογικής πλευράς, εκτός από την παράδοση, στηρίζονται στα άπειρα έργα μικροτεχνίας, και ιδιαίτερα στα κεραμικά, που έχουν βρεθεί σε αφθονία σε διάφορα σημεία και μάλιστα στα δύο εργαστήρια κεραμικής τα οποία έχουν ανασκαφεί κοντά στην πόλη. Ο ναός του Απόλλωνα που χρονολογείται στο 550 π.Χ. συγκαταλέγεται στα παλαιότερα μνημεία. Οι επτά πώρινοι εναπομείναντες κίονές του υψώνονται πάνω από τον χώρο της αγοράς. Ο περίπτερος αυτός ναός περιλάμβανε έξι μονολιθικούς κίονες στις στενές και δεκαπέντε στις μακρές πλευρές του, που έφεραν επένδυση από επίχρισμα. Ο ναός είχε επισκευαστεί και χρησιμοποιηθεί και στους ρωμαϊκούς χρόνους. Από την τοποθεσία όπου ήταν χτισμένος, μεγαλοπρεπές κλιμακοστάσιο οδηγούσε στον χώρο της αγοράς, που βρίσκεται Ν και Α και σε χαμηλότερο επίπεδο από το άνδηρο του ναού. Η σημερινή διαμόρφωση του χώρου, μετά τις ανασκαφές, παρουσιάζει την όψη του χώρου της αγοράς όπως χτίστηκε εκ νέου, από το 44 π.Χ., κυρίως κατά τον 1o αι. μ.Χ. και συμπληρώθηκε τον 2o και 3o αι. μ.Χ. Παρ’ όλα αυτά, κάτω από τα ρωμαϊκά ερείπια έχουν ανακαλυφθεί σε αρκετά σημεία ίχνη ή ακόμη και σημαντικά λείψανα οικοδομημάτων της παλαιότερης Κ., που επιτρέπουν τη διαμόρφωση μιας, ασαφούς βέβαια προς το παρόν, εικόνας του χώρου από τον 6o αι. π.Χ. έως τη μεγάλη καταστροφή του Μόμμιου, το 146 π.Χ. Εκτός από έναν μικρό αψιδοειδή ναό, ΝΑ του ναού του Απόλλωνα, στην αρχαϊκή εποχή ανάγονται και οι πηγές της Κ.: η κάτω Πειρήνη, στην οδό Λεχαίου, η σημερινή μορφή της οποίας ανήκει στη διαμόρφωση που έγινε από τον Ηρώδη τον Αττικό· η Γλαύκη, Δ του ναού του Απόλλωνα, η οποία πήρε την ονομασία της από την άτυχη δεύτερη σύζυγο του Ιάσονα, η οποία έπεσε στα νερά της για να γλιτώσει από τις φλόγες που την έζωσαν από το γαμήλιο δώρο της Μήδειας· και τέλος, η υπόγεια Ιερά Κρήνη στο εσωτερικό της αγοράς. Η Γλαύκη, που διατηρεί το αρχικό της σχήμα, περιλαμβάνει τέσσερις ευρύχωρες δεξαμενές, λαξευμένες στον βράχο. Η ίδια βασική κατασκευή υπήρχε και στην αρχική Πειρήνη, η οποία στη σημερινή μορφή της παρουσιάζει ένα κεντρικό τετραγωνικό αίθριο, με τρεις μεγάλες εξέδρες γύρω του, προορισμένες να κοσμούνται με προτομές. Η πρόσοψη της κρήνης φέρει ανά έξι τοξωτά ανοίγματα σε δύο επάλληλες σειρές, ενώ πριν από αυτήν έχει προστεθεί, στους βυζαντινούς χρόνους, κιονοστοιχία. Η Ιερά Κρήνη, τέλος, είναι υπόγειος χώρος απ’ όπου έτρεχαν τα νερά από δύο χάλκινες λεοντοκεφαλές. Η κρήνη βρίσκεται σε συνάρτηση προς τον μικρό αψιδοειδή ναό. Κατά τον 5o και τον 4o αι. π.Χ. η αγορά ήταν ήδη διαμορφωμένη. Από τα γνωστά μέχρι σήμερα λείψανα, αξίζει να αναφερθούν ο μεγάλος δρόμος με άφεση για αγώνες στα Α, τα ελληνικά λουτρά, η βόρεια καθώς και η νότια στοά –από τα μεγαλύτερα οικοδομήματα της αρχαιότητας– με κιονοστοιχία 71 κιόνων στην πρόσοψη. Στο εσωτερικό υπήρχαν 34 ιωνικοί κίονες. Τριάντα τρία καταστήματα με τέλειο αποχετευτικό και υδραυλικό σύστημα εκτείνονται κατά μήκος της οπίσθιας πλευράς. Επειδή η Στοά χτίστηκε το 338 π.Χ., εικάζεται ότι χρησίμευσε για τη φιλοξενία των εκπροσώπων των ελληνικών πόλεων, όταν ο Φίλιππος, μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, συγκάλεσε το Συνέδριο των Ελλήνων στην Κ. Στον 3o αι. π.Χ. και στο πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ. ανήκουν τα αφιερώματα, δεξιά και αριστερά του μεγάλου δρόμου, η βορειοδυτική στοά και ο παλαιότερος ναός κάτω από τον ναό Ε, κοντά στο Μουσείο, στο ύψωμα της δυτικής πλευράς της αγοράς. Στα εκατό χρόνια που ακολούθησαν η περιοχή ήταν έρημη και σε αυτήν κυκλοφορούσαν μόνο οι τυμβωρύχοι, που αναζητούσαν στα χώματα μικροτεχνήματα, τα οποία είχαν διαφύγει την καταστροφή, ή κτερίσματα για να τα πουλήσουν. Είναι τα αντικείμενα που έμειναν στην ιστορία με την ονομασία νεκροκορίνθια. Μετά το 44 π.Χ. η νέα ρωμαϊκή αγορά περιέλαβε και πάλι τη νότια και τη βορειοδυτική στοά, οι οποίες ανακαινίστηκαν. Οι δρόμοι της πόλης στρώθηκαν με λευκές πλάκες. Τέσσερις μεγάλες βασιλικές, από τις οποίες σημαντικότερη είναι η ανατολική Ιουλία Βασιλική, κατέλαβαν τα άκρα της αγοράς, ενώ νέα καταστήματα κατασκευάστηκαν κατά μήκος της οδού Λεχαίου και στο κέντρο της αγοράς. Στο δυτικό άκρο της αγοράς, σε περίοπτη θέση, χτίστηκαν έξι μικροί ναοί (Αφροδίτης-Τύχης, Πάνθεον, Ηρακλή και Ποσειδώνα, Απόλλωνα Κλάριου, Ερμή). Πίσω από αυτούς χτίστηκαν και πάλι τα δυτικά καταστήματα που έβλεπαν στην οδό προς τη Σικυώνα. Ανάμεσα σε αυτό τον χώρο και στη Γλαύκη είχε χτιστεί το ιερό της Ήρας Ακραίας. Δυτικότερα από τα δυτικά καταστήματα, τη θέση του ελληνιστικού ναού κατέλαβε ο ναός Ε (ίσως της Οκταβίας). Στη βορειοανατολική πλευρά ο περίβολος του Απόλλωνα κατέλαβε τη θέση του μικρού κλασικού ναού κοντά στην Πειρήνη, που μετατράπηκε σε μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, ενώ η αρχή της οδού Λεχαίου απέκτησε μεγαλοπρεπές πρόπυλο, το οποίο έφερε στην κορυφή του διπλό χάλκινο επίχρυσο τέθριππο. Λίγο αργότερα, στην είσοδο του αιθρίου της βόρειας βασιλικής χτίστηκε η μεγαλοπρεπής πρόσοψη των αιχμαλώτων, κολοσσιαίων αγαλμάτων που στήριζαν, όπως οι Καρυάτιδες, αντί για κίονες, τη στέγη του προστώου. Ακριβώς απέναντι ήταν το Βήμα της αγοράς, μπροστά στο οποίο, το 51 μ.Χ., οδηγήθηκε από τους Ιουδαίους ο Απόστολος Παύλος και απολογήθηκε ενώπιον του Γαλιλαίου. Με την ανακαίνιση του θεάτρου, χτίστηκε κοντά του, στα Ν, και το Ωδείο, ενώ στα Α της αγοράς και σε αρκετή απόσταση από αυτήν, ένα αμφιθέατρο συμπλήρωσε τις ανάγκες της ρωμαϊκής πόλης για θεάματα. Μακριά από την αγορά, κοντά στα τείχη, αποκαλύφθηκε το ιερό του Ασκληπιού του 4ου αι. π.Χ. και, κοντά σε αυτό, η πηγή της Λέρνης, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες του. Ολόκληρη η απέραντη πόλη της Κ., η οποία στις λεπτομέρειές της είναι ακόμα σχεδόν άγνωστη αρχαιολογικά, περιβαλλόταν από ψηλά τείχη. Μέσα σε αυτή την έκταση περιλαμβάνονταν δημόσιοι χώροι και ιδιωτικές κατοικίες, άλση, πλατείες και επαύλεις πλουσίων. Η επιφανέστερη συνοικία, το Κράνειον, δεν έχει ακόμα ανασκαφεί. Εκεί αναφέρεται ότι βρισκόταν ο τάφος της Λαΐδας (μίας από τις πολλές εταίρες που έφεραν το, διαδεδομένο σε αυτές, όνομα), ενώ κοντά στην πύλη του Ισθμού ήταν θαμμένος ο κυνικός Διογένης. Τα μακρά τείχη συνέδεαν την πόλη με το επίνειό της στον Κορινθιακό, το Λέχαιο, που όφειλε την ονομασία του, κατά την παράδοση, στον γιο του Ποσειδώνα και της Πειρήνης, Λέχη, ενώ ο αδελφός του, Κεγχρίας, έδωσε το όνομά του στις Κεγχρεές. Το λιμάνι του Λεχαίου, που αποτελούσε τεχνικό επίτευγμα, ήταν τεχνητά ανοιγμένο μέσα στην ξηρά και προφυλασσόταν από τους αμμόλοφους που είχαν σχηματιστεί από τις εκσκαφές. Με τη θάλασσα επικοινωνούσε μέσω διώρυγας και περιλάμβανε νεώσοικους (υπόστεγα σε ακτή, για τη στέγαση ανελκυσμένων σκαφών) και πολεμικό ναύσταθμο. Στο Λέχαιο υπήρχαν ιερά του Ποσειδώνα και της Αφροδίτης. Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους χτίστηκε κοντά στο λιμάνι η μεγαλύτερη γνωστή βασιλική. Το δεύτερο επίνειο της Κ., οι Κεγχρεές, βρισκόταν μέσα στον ομώνυμο μεγάλο κόλπο και ήταν μεγαλύτερο και πιο πυκνοκατοικημένο από το Λέχαιο. Μεγάλο τμήμα του έχει καταβυθιστεί, προφανώς από σεισμό. Μέσα στη θάλασσα είναι ορατά τα ερείπια και οι θεμελιώσεις του λιμανιού. Από τα ιερά της Ίσιδας, του Ποσειδώνα και της Αφροδίτης, που προστάτευαν και εκεί τους ναυτικούς, φαίνεται πως οι ανασκαφές αποκάλυψαν το ιερό της Ίσιδας, του οποίου δεν είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή όταν έγινε η καταστροφή, καθώς και θαυμάσια γυάλινα ψηφιδωτά που βρέθηκαν σε μία από τις ανεσκαμμένες αίθουσές του. Από το λιμάνι των Κεγχρεών ξεκίνησε το 53 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος για την Έφεσο. Από το άλλο μικρό λιμάνι του Σαρωνικού, τον Σχοινούντα (το σημερινό Καλαμάκι), ξεκινούσε η μεγάλη πέτρινη οδός (πλάτος 3,50-5 μ.), που χρησίμευε ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους για τη διαμετακόμιση των πλοίων, κυρίως των πολεμικών, στην απέναντι ακτή του Ισθμού. Η τομή του Ισθμού απασχόλησε πρώτα τον Περίανδρο, ο οποίος ήταν επηρεασμένος από τα μεγάλα τεχνικά έργα των Αιγυπτίων. Η πρόθεσή του πάντως παρέμεινε σχέδιο, όπως επίσης στα σχέδια έμειναν οι προθέσεις του Δημητρίου του Πολιορκητή, του Ιουλίου Καίσαρα, του Γάιου και του Αδριανού. Μόνο ο Νέρων έκανε πανηγυρική έναρξη των εργασιών τομής της διώρυγας, το 67 μ.Χ. Ο θάνατός του, όμως, τον επόμενο χρόνο διέκοψε την τεράστια αυτή προσπάθεια, που έγινε πραγματικότητα στα τέλη του 19ου αι. (1893). Στην περιοχή του Ισθμού, που ήταν αφιερωμένη στον Ποσειδώνα, λατρευόταν και ο γιος της Ινούς, Μελικέρτης, με το όνομα Παλαίμων. Εκεί τελούνταν τα Ίσθμια, σημαντικοί πανελλήνιοι αγώνες της αρχαιότητας. Στην ίδια τοποθεσία ανακηρύχθηκε ο Αλέξανδρος στρατηγός των Ελλήνων, το 336 π.Χ., πριν ξεκινήσει για την Ανατολή. Το 196 π.Χ. ο Φλαμινίνος κήρυξε την ανεξαρτησία των ελληνίδων πόλεων, όπως και ο Νέρων το 67 μ.Χ., αφού προηγουμένως έλαβε μέρος σε αγώνες που είχαν οργανωθεί ειδικά γι’ αυτόν. Ο μεγάλος ναός του Ποσειδώνα χτίστηκε τρεις φορές στο ίδιο σημείο, αφού ο πρώτος (7ου αι. π.Χ.) και ο δεύτερος (5ου αι. π.Χ.) καταστράφηκαν από πυρκαγιά. Ο τρίτος ανήκει στον 4o αι. π.Χ. Γύρω από αυτόν, που είναι περίπτερος δωρικός με 6 κίονες στις στενές και 13 στις μακρές πλευρές, χτίστηκαν μακρές στοές κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Στα Ν του ναού αυτού και σε πολύ μικρή απόσταση έχει ανακαλυφθεί το ιερό του Παλαίμονα, με υπόγειο άδυτο για την τέλεση νυχτερινών τελετουργιών. Στο ίδιο σημείο έχει αποκαλυφθεί η πολύπλοκη άφεση του παλαιού σταδίου. Το στάδιο στους μεταγενέστερους χρόνους είχε αντικατασταθεί από άλλο, σε μικρή απόσταση ΝΑ. Το θέατρο, που χτίστηκε μάλλον την ίδια περίοδο με τον τελευταίο ναό του Ποσειδώνα, βρισκόταν σε μικρή απόσταση από τη βορειοανατολική γωνιά του ναού και είχε υποστεί μετασκευές κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, χωρίς όμως να αλλοιωθεί το κυκλικό σχήμα της ορχήστρας του. Δυστυχώς, το μεγαλύτερο μέρος του οικοδομικού του υλικού έχει αφαιρεθεί, όπως άλλωστε και από τα περισσότερα οικοδομήματα του ιερού, προφανώς για να χρησιμοποιηθεί στο Εξαμίλιο του Ιουστινιανού ή και στις παλαιότερες επισκευές του αρχαίου τείχους (480 π.Χ.), οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες για την αναχαίτιση των Γότθων και των Ερούλων. Ιερό φυτό της Ισθμίας ήταν το πεύκο, τα κλαδιά του οποίου χρησίμευαν για τη στέψη των νικητών. Η ιερά πίτυς για τους στεφάνους ήταν φυτεμένη μάλλον δίπλα στον βωμό του Παλαίμονα. Χαρακτηριστικό της μικρής αλλαγής που έχει επέλθει στο τοπίο αποτελούν τα ίδια τα πεύκα, που καλύπτουν και σήμερα την ίδια περιοχή. Τέχνη. Ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους η Κ. ανέπτυξε ιδιαίτερη τοπική τεχνοτροπία, ιδίως στην αγγειοπλαστική και στην αγγειογραφία, όπου άσκησε μεγάλη επίδραση ο ωραίος και εύπλαστος ωχροκίτρινος πηλός της περιοχής, που επέτρεψε την κατασκευή λεπτότατων καλλιτεχνικών αγγείων. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Κορινθίων καλλιτεχνών ήταν η λεπτότητα και η ακρίβεια του σχεδίου το οποίο, σε συνδυασμό με τον επιτυχή χρωματισμό, έδινε στα αγγεία της Κ. την όψη λεπτού κεντήματος. Τα ανοιχτά λιμάνια της δεν επέτρεπαν μόνο την εύκολη εξαγωγή των κορινθιακών προϊόντων, που απαντούν σε όλα τα γνωστά ιερά του αρχαίου κόσμου, αλλά και την εισαγωγή ξένων στοιχείων, ιδιαίτερα από την Ανατολή. Κατά την παράδοση, εφευρέτες της μονόγραμμης ζωγραφικής (σε αντιδιαστολή προς τη σκιαγραφία που χαρακτηρίζει την παλαιά γεωμετρική αγγειογραφία) υπήρξαν ο Φιλολής ο Αιγύπτιος και ο Κλεάνθης ο Κορίνθιος. Τη νέα τεχνική εφάρμοσαν πρώτοι ο Αριδίκης ο Κορίνθιος και ο Τηλεφάνης ο Σικυώνιος. Ο Πλίνιος, εξάλλου, αναφέρει ότι πρώτος ο Κλεόφαντος ο Κορίνθιος χρωμάτισε επάνω σε λευκό πίνακα με τριμμένο κεραμίδι. Πράγματι, παραδείγματα τέτοιων πινάκων έχουν βρεθεί στην Κ. και απεικονίζουν συνήθως τον Ποσειδώνα και την Αμφιτρίτη ή σκηνές κυνηγιού. Κυνηγό παριστάνει και ο περίφημος πίνακας του Τιμωνίδα. Πάντως, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής της, η νέα τεχνική, από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στην Κ., παρουσίασε εξαίρετα δείγματα, πραγματικά έργα τέχνης, τα οποία πολύ γρήγορα έγιναν, μαζί με το περιεχόμενό τους, περιζήτητα σε όλη την Ελλάδα. Ιδιαίτερη αγάπη έτρεφε ο πρωτοκορινθιακός ρυθμός για τα μικρού μεγέθους αγγεία (μικρές οινοχόες, αλάβαστρα, μικρές πυξίδες, σφαιρικοί αρύβαλλοι), τα οποία κατασκευάζονταν επίσης και την εποχή του ώριμου κορινθιακού ρυθμού, με προσθήκη και νέων τύπων αγγείων (κελέβη, κρατήρες). Τα θέματα ήταν επηρεασμένα από την Ανατολή. Μακρές ζωφόροι από βαδίζοντα ζώα, λέοντες, γρύπες, αετοί, σειρήνες, σκύλοι, λαγοί, περιέβαλλαν τα αγγεία. Από τη βάση του αγγείου ξεκινούσε ακτινωτό κόσμημα, ενώ διακόσμηση υπήρχε ακόμα και στον λαιμό και στο άνω μέρος των χειλέων. Στα κενά που έμεναν ο καλλιτέχνης προσέθετε διπλές σπείρες, στιγμορρόδακες, αγκυλωτούς σταυρούς, μικρούς πλοχμούς και επιγραφές, τα γράμματα των οποίων δένονταν και αυτά με το διακοσμητικό σύνολο. Τα ωραιότερα αγγεία είναι αυτά που παρουσιάζουν μυθολογικές ή άλλες σκηνές με ανθρώπους και ζώα, με σχετική κίνηση και ζωή. Στα παλαιότερα αγγεία για την απεικόνιση των μορφών χρησιμοποιούσαν κεραμεούν ή μαύρο βερνίκι. Οι λεπτομέρειες και το περίγραμμα σχεδιάζονταν με γραμμική εγχάραξη, ενώ προστίθετο με φειδώ αρχικά το λευκό και αργότερα και το ερυθρό στις λεπτομέρειες. Με την πάροδο του χρόνου, ενώ η τεχνική και τα θέματα σε γενικές γραμμές δεν άλλαξαν, η ποσότητα φαίνεται πως κέρδισε τη μάχη κατά της ποιότητας, που δεν χάθηκε βέβαια εντελώς. Οι μοναδικοί πίνακες από το σπήλαιο της Πιτσάς αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα κορινθιακού εργαστηρίου του τέλους της εποχής (β’ μισό του 6ου αι.). Οι σκηνές θυσίας που εικονίζονται έχουν φιλοτεχνηθεί πάνω στον λευκό πίνακα με χρήση απαλού γαλάζιου και ερυθρού και ελάχιστου κίτρινου και μαύρου. Το δέρμα των ανδρικών μορφών είναι ρόδινο, με μαύρο περίγραμμα, και των γυναικείων λευκό με ερυθρό περίγραμμα. Μουσείο Κ. Στο τοπικό Μουσείο της K., που στεγάζει τα ευρήματα της αρχαίας Κ. και της περιοχής που την περιβάλλει, μπορεί να παρακολουθήσει κανείς την εξέλιξη της τέχνης αλλά και την πορεία της ιστορίας της πόλης. Δύο δωμάτια και μια αίθουσα είναι αφιερωμένα στην, πριν από την καταστροφή του Μόμμιου, πόλη και μια μεγάλη αίθουσα περιλαμβάνει κυρίως γλυπτά από τη ρωμαϊκή και τη μεταγενέστερη Κ. Στη μικρή προϊστορική αίθουσα περιέχονται κεραμικά, εργαλεία και μικροτεχνήματα από τους γνωστούς προϊστορικούς συνοικισμούς της περιοχής και μια πλούσια σειρά εφυραϊκών μυκηναϊκών αγγείων. Στη μεγάλη αίθουσα που ακολουθεί κυριαρχεί η πρωτοκορινθιακή και κορινθιακή κεραμική με τις θαυμάσιες παραστάσεις της, ελάχιστα δείγματα γλυπτικής, ανάμεσα στα οποία ένα μικρό κεφάλι κούρου –το οποίο, αν ανήκει σε τοπικό εργαστήριο, αποδεικνύει ότι η γλυπτική δεν υστερούσε στους αρχαϊκούς χρόνους από τη γλυπτική των γειτονικών πόλεων και της Αθήνας–, μικροτεχνήματα και κοσμήματα από τα απέραντα νεκροταφεία της περιοχής και από τους δύο Κεραμεικούς της (κεραμουργεία). Ένα ειδικό δωμάτιο στεγάζει τα αφιερώματα από το Ασκληπιείο. Στη μεγάλη ρωμαϊκή αίθουσα υπάρχουν, εκτός από τη σειρά των ρωμαϊκών ανδριάντων, μια συλλογή γλυπτών, πολλά από τα οποία αντιγράφουν παλαιότερα πρότυπα, αν και χρονολογούνται στη ρωμαϊκή εποχή, θαυμάσια ψηφιδωτά από επαύλεις, μια σειρά αντικειμένων από τους χριστιανικούς και βυζαντινούς χρόνους της πόλης και τοιχογραφημένη παράσταση από τάφο της πρώτης χριστιανικής εποχής. Τέλος, τα εκθέματα του αιθρίου (μετόπες από το θέατρο με σκηνές αμαζονομαχίας, γιγαντομαχίας και άθλων του Ηρακλή, μαζί με μια σειρά ενεπίγραφων μνημείων) συμπληρώνουν την έκθεση του Μουσείου. Μυκηναϊκά αγγεία ή εφυραϊκά, όπως λέγονται από την παλαιά ονομασία της Κορίνθου (Μουσείο Κορίνθου). Ψηφιδωτό από ρωμαϊκές επαύλεις της περιοχής της αρχαίας Κορίνθου· κεφαλή του Διονύσου (2οςαι.π.Χ.) (Μουσείο Κορίνθου). Ψηφιδωτό από ρωμαϊκές επαύλεις της περιοχής της αρχαίας Κορίνθου· αντίγραφο (2ος αι.π.Χ.) έργου του ζωγράφου Παυσίατου 4ουαι. π.Χ. (Μουσείο Κορίνθου). Η οδός Λεχαίου της αρχαίας Κορίνθου, που οδηγούσε στο ένα από τα δύο μεγάλα λιμάνια. Η κρήνη Πειρήνη στην οδό Λεχαίου της αρχαίας Κορίνθου· η σημερινή της μορφή ανήκει στη διαμόρφωση που έγινε από τον Ηρώδη τον Αττικό (φωτ. Σ. Τσελέντη). Τμήμα από την αγορά της αρχαίας Κορίνθου. Τμήμα της οδού Λεχαίου στην αρχαία Κόρινθο. Η κρήνη Γλαύκη, δυτικά του ναού του Απόλλωνα, μνημείο της αρχαϊκής περιόδου στην αρχαία Κόρινθο· διατηρεί το αρχικό της σχήμα, με δεξαμενές λαξευμένες στον βράχο. Ο ναός του Απόλλωνα (550 π.Χ.) είναι ένα από τα αρχαιότερα μνημεία της Κορίνθου (φωτ. Σ. Τσελέντη). Στο βάθος διακρίνεται η ακρόπολη της αρχαίας Κορίνθου, ο Ακροκόρινθος. Το κεντρικό τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της αρχαίας Κορίνθου· σχέδιο του I. Τραυλού. 1) ναός Ε· 2) δυτικά καταστήματα· 3) ναός C· 4) Γλαύκη· 5) οδός προς Σικυώνα· 6) βόρεια στοά· 7) ελληνικά λουτρά· 8) βόρεια αγορά· 9) αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα· 10) κλιμακοστάσιο του 6ου αι. π.Χ. · 11) βορειοδυτική στοά· 12) αψιδωτός ναός του 6ου αι. π.X.· 13) ιερή κρήνη 6ου αι. π.Χ. και τοίχος τριγλύφων 5ου αι. π.Χ. · 14) βορειοδυτικά καταστήματα· 15) μνημείο του Βαββία· 16) ναοί D, F, G, Η, J, Κ, (F Τύχης, Η αυτοκράτορα Κόμμοδου)· 17) βήμα· 18) νότια στοά 4ου αι. π.Χ. · 19) οδός προς Ακροκόρινθο· 20) οδός ίσως προς Κεγχρεές· 21) βουλευτήριο· 22) χώρος αγωνοθετών Ισθμίων· 23) νότια βασιλική· 24) νοτιοανατολικό οικοδόμημα (Ταβουλάριον)· 25) θέσεις κριτών· 26) άφεση· 27) ιουλία βασιλική· 28) πρόσοψη των αιχμαλώτων· 29) βόρεια βασιλική· 30) πρόπυλο· 31) Πειρήνη· 32) περίβολος του Απόλλωνα· 33) ναός Α του Απόλλωνα (4ος αι. π.Χ.)· 34) οδός προς Λέχαιο· 35) ρωμαϊκά λουτρά (Ευρυκλή)· 36) ρωμαϊκά καταστήματα. Κεφαλή Αφροδίτης, εύρημα της αρχαίας Κορίνθου (Αρχαιολογικό Μουσείο, Κόρινθος· φωτ. I. Ντεκόπουλου). Αρχαϊκό ειδώλιο της αρχαίας Κορίνθου (Αρχαιολογικό Μουσείο, Κόρινθος· φωτ. I. Ντεκόπουλου). Ανδρική κεφαλή, ένα από τα ευρήματα της αρχαίας Κορίνθου (Αρχαιολογικό Μουσείο, Κόρινθος· φωτ. Ι. Ντεκόπουλου). Κεφαλή του Νέρωνα, που βρέθηκε στις ανασκαφές της αρχαίας Κορίνθου (Αρχαιολογικό Μουσείο, Κόρινθος· φωτ. I. Ντεκόπουλου). Μικρά πήλινα ειδώλια που βρέθηκαν στην περιοχή των κεραμουργείων της αρχαίας Κορίνθου. Μακρές ζωφόροι από λιοντάρια, γρύπες και άλλα ζώα ή, σπανιότερα, σκηνές με ανθρώπους καλύπτουν την επιφάνεια των κορινθιακών αγγείων (Μουσείο Κορίνθου? φωτ. I. Ντεκόπουλου). Τμήμα αρχαϊκού βωμού του β’ μισού του 6ου αι. π.Χ. (Αρχαιολογικό Μουσείο, Κόρινθος· φωτ. I. Ντεκόπουλου). Ερείπια της αρχαίας Κορίνθου. Τα κορινθιακά αγγεία χαρακτηρίζονται από τον ωχροκίτρινο πηλό τους, τα συνήθως μικροσκοπικά σχήματά τους και τη λεπτότητα και ακρίβεια του σχεδίου που δίνει την εντύπωση λεπτότατου κεντήματος (Μουσείο Κορίνθου? φωτ. I. Ντεκόπουλου). Λείψανα της αρχαίας Κορίνθου. Γενική άποψη της Κορίνθου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κόρινθος — at fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κόρινθος — Sp Korintas Ap Κόρινθος/Korinthos L sen. gr. polis ir mst., Korintijos nomo c., C Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Αρχαία Κόρινθος — Μεγάλος πεδινός οικισμός (υψόμ. 70 μ., 1.800 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Βρίσκεται νοτιοδυτικά και κοντά στην Κόρινθο. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κορινθίων …   Dictionary of Greek

  • Κορίνθω — Κόρινθος at fem nom/voc/acc dual Κόρινθος at fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Коринф — (Κόρινθος) важнейший торговый город древней Греции, благодаря положению на перешейке, на дороге из Пелопоннеса в сев. Грецию, между Коринфским и Сароническим заливами, с гаванями Лехеон на З., Схенос и Кенхреи на В; первые две соединялись… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Αραβαντινός, Ιωάννης — (Κόρινθος 1850 – Ελβετία 1907).Νομομαθής. Σπούδασε στην Αθήνα και έπειτα στη Γερμανία και την Αυστρία· το 1875 διορίστηκε δικηγόρος στην Αθήνα, αλλά κυρίως ασχολήθηκε συστηματικά με την καλλιέργεια της νομικής επιστήμης και δημοσίευσε αξιόλογες… …   Dictionary of Greek

  • Βουρλέκη-Γαλανάκη, Αντιγόνη — (Κόρινθος 1912 –). Πεζογράφος και ποιήτρια. Άρχισε σπουδές στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς όμως να τις ολοκληρώσει. Έγραψε ποιήματα και διηγήματα. Στα ελληνικά γράμματα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1929 δημοσιεύοντας το ποίημά …   Dictionary of Greek

  • Γαβαλάς, Δημήτρης — (Κόρινθος 1949 –). Μαθηματικός και λογοτέχνης. Σπούδασε στη μαθηματική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σταδιοδρόμησε, αρχικά, ως επιστημονικός συνεργάτης στην πολυτεχνική σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών (1974 76) και, στη συνέχεια, ως ερευνητής… …   Dictionary of Greek

  • Γεώργιος ο Αιτωλός — (Κόρινθος 1525 – 1580). Λόγιος και στιχουργός. Ελάχιστα βιογραφικά του στοιχεία είναι γνωστά. Φαίνεται ότι έδρασε ως δάσκαλος στην Κόρινθο, στη Βενετία και στην Κωνσταντινούπολη. Εκτός από μερικές επιστολές του και διάφορα στιχουργήματά του, στα… …   Dictionary of Greek

  • Δείναρχος — (Κόρινθος 360; – αρχές 3ου αι. π.Χ.). Ρήτορας. Έζησε στην Αθήνα ως μέτοικος γράφοντας λόγους για άλλους, κατά την περίοδο που βρισκόταν στην εξουσία η φιλομακεδονική κυβέρνηση που είχε εγκαθιδρύσει ο Κάσσανδρος και αργότερα όταν την εξουσία… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.